ΠΟ. ΦΥ. ΖΩ.

Η Φωτό Μου
ΠΟ.ΦΥ.ΖΩ
Νομίμως ανεγνωρισμένο Σωματείο αρ. εγκρ. 2203/95 - Μέλος του ΠΑΝΔΟΙΚΟ - Αλκιβιάδου 24, 104 40 Αθήνα Τηλ.-Fax: 210 88 14 677, Κινητό: 6979 314028
Προβολή πλήρους προφίλ

ΓΙΝΕ ΕΝΑ

ΓΙΝΕ ΕΝΑ

Aυτο ειναι...

Aυτο ειναι...

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ TOM REGAN ΣΤΗ ΜΚΟ ΣΟΛΩΝ - ΙΟΥΝΗΣ 2009

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΗΜΕΡΙΔΑΣ 24.6.2009

Testing...One, Two, Three...

Ο Γυριστρούλης και η Ζαχαρούλα

12 Ιουλ 2008

Μια φορά και έναν καιρό, στην πλαγιά ενός μικρού βουνού ήταν ένα όμορφο χωριό, γεμάτο μπαξέδες, κήπους δηλαδή που φυτεύονταν ντομάτες, πιπεριές, κολοκυθάκια και άλλα πολλά κηπευτικά.


Σ’αυτό το χωριό, ζούσε ένα αγοράκι, που το λέγανε Γυριστρούλη. Ο Γυριστρούλης λοιπόν, κάθε μέρα περίμενε να ανέβει καλά ο ήλιος στον ουρανό, και τότε άρχιζε να γυρίζει από μπαξέ σε μπαξέ. Οι μπαξεβάνηδες, οι κηπουροί δηλαδή, τον αγαπούσαν και τον καλοδεχόντουσαν, γιατί έλεγαν ότι ο Γυριστρούλης έπιανε κουβέντα με τα κηπευτικά τους, κι αυτά μεγάλωναν γρήγορα γρήγορα. Καμιά ντοματούλα, κολοκυθούλα ή πιπερίτσα, που ήταν φίλη του Γυριστρούλη, δεν είχε αρρωστήσει ποτέ. Ο Γυριστρούλης αγαπούσε πολύ τους μπαξέδες, πιο πολύ όμως αγαπούσε το μπαξέ που για μπαξεβάνη είχε τον παππού Γιαννούλη. Ο μπαξές του παππού Γιαννούλη μοσχοβολούσε πιο πολύ από όλους τους άλλους μπαξέδες, γιατί ο παππούς Γιαννούλης ήταν ο μόνος απ’όλο το χωριό που είχε φυλάξει τους παλιούς σπόρους των παππούδων. Οι άλλοι μπαξεβάνηδες φύτευαν τους σπόρους που έφτιαχναν στα εργαστήρια και που τους έλεγαν υβρίδια. Ο Γιαννούλης ο παππούς δεν ήθελε ν’ακούσει καθόλου γι’αυτά τα υβρίδια, ούτε για τα φυτοφάρμακα και τα χημικά λιπάσματα. Εκείνος έριχνε κοπριές και οργανικά που έφτιαχνε μόνος του. Δηλαδή, χώμα ανακατεμένο με φύλλα, κοτσάνια, ρίζες, φλούδες, τσόφλια αυγών, κατακάθια καφέ και άλλα. Καυχιότανε δε ότι οι ντοματούλες του κοκκίνιζαν τα μάγουλα των παιδιών και ότι δε γέμιζαν την κοιλίτσα τους με δηλητήρια.
Σ’αυτόν τον κήπο, στην άκρη του φράχτη, ζούσε και μια αιωνόβια ευλογημένη ελιά. Κάτω από τον ίσκιο της φύτρωνε πάντα μια ντοματιά, η αγαπημένη φίλη του Γυριστρούλη, η Ζαχαρούλα, που έκανε τις πιο όμορφες μυρωδάτες και γλυκές ντομάτες σ’όλο το χωριό. Κάθε μέρα λοιπόν, όταν ο ήλιος είχε ζεστάνει για τα καλά τη μέρα, ο Γυριστρούλης δροσιζόταν κάτω από τον ίσκιο της ελιάς και έπιανε κουβέντα με τη Ζαχαρούλα.
- Καλημέρα Ζαχαρούλα.
- Καλημέρα Γυριστρούλη.
- Ακόμα πράσινες είναι οι ντομάτες σου Ζαχαρούλα.
- Μη βιάζεσαι Γυριστρούλη, όλα στον καιρό τους! Θα κοκκινίσουν σιγά σιγά και μόνες τους θα πέσουν στα χέρια σου. Έπειτα εσύ θα χώσεις τους σπόρους στη γη κι αυτό να μην το ξεχνάς ποτέ!
- Όχι Ζαχαρούλα μου, με ξέρεις για ξεχασιάρη;
- Και βέβαια όχι!
Μετά άρχιζε η Ζαχαρούλα, να του διηγείται για το γένος της, τους ένδοξους προγόνους της που ζούσαν σε χώρα μακρινή πέρα από τη μεγάλη θάλασσα, στη χώρα του Ατζλάν και των Αζτέκων, που το όνομά τους σήμαινε «αυτοί που ζουν κοντά στους γερανούς». Οι γερανοί είναι όμορφα ταξιδιάρικα πουλιά με μεγάλα πόδια και ράμφη. Οι πρόγονοί της τάιζαν τους γερανούς με τις μικρές κόκκινες ντοματούλες τους κι αυτοί μετέφεραν τους σπόρους τους σε μέρη μακρινά. Έτσι οι πρόγονοί της ήταν μεγάλοι ταξιδευτάδες. Κάποτε στη χώρα του Ατζλάν, φτάσανε, με τα μεγάλα ξύλινα θαλασσοπούλια, οι λευκόξανθοι θεοί, που κατοικούσαν από την άλλη μεριά της μεγάλης θάλασσας και κατέστρεψαν τη χώρα του Ατζλάν. Μ’αυτά τα ξύλινα θαλασσοπούλια, ταξίδεψαν οι πρόγονοί της κι ήρθαν και ρίζωσαν στις χώρες των λευκόξανθων θεών.
Ο Γυριστρούλης τρελαινόταν ν’ακούει τις ιστορίες της Ζαχαρούλας. Πιο πολύ από όλα, τον είχε εντυπωσιάσει η ιστορία μιας μακρινής ξαδέρφης της, της Σολάνας της Λυκοπερσικής, που το όνομά της σήμαινε το «ροδάκινο του λύκου». Η Σολάνα ζούσε σε μια εποχή που ακόμα το φεγγάρι δεν είχε φανεί στον ουρανό κι οι νύχτες φωτίζονταν από τ’άστρα και το φως που εκπέμπουν τα μάτια του λύκου. Μικρά αστέρια ανεβοκατέβαιναν από τον ουρανό και οι άνθρωποι τα καβαλούσαν και ταξίδευαν χαρούμενοι σ’όλο τον κόσμο. Ήταν μια γαλήνια εποχή που οι άνθρωποι δεν σκοτώνονταν αναμεταξύ τους. Άνθρωποι και ζώα τρεφόντουσαν μόνο με τους καρπούς της γης. Η Σολάνα με τους καρπούς της είχε θρέψει γενιές και γενιές λύκων.
Οι μέρες του καλοκαιριού στριφογύριζαν κι έφτασε πια η μέρα που ο Γυριστρούλης θα γευόταν τις ντοματούλες της Ζαχαρούλας. Με μεγάλη χαρά και με φτερωμένα πόδια, έφτασε στον μπαξέ του παππού Γιαννούλη. Εκεί όμως βρήκε τη Ζαχαρούλα να κλαίει.
- Τι έχεις Ζαχαρούλα; Γιατί κλαις; τη ρώτησε λυπημένος.
- Αχ, Γυριστρούλη μου, πάει το σόι μου, σβήνει η γενιά μου. Σβήνει το ένδοξο γένος των καρπών του ήλιου. Οι άνθρωποι δεν μας θέλουν πια γιατί προτιμούν τα υβρίδια και συνεχώς θα μας μεταλλάζουν.
- Δεν καταλαβαίνω Ζαχαρούλα μου.
- Δεν πειράζει Γυριστρούλη μου, κάποτε θα καταλάβεις.
- Μα όχι, πες μου.
- Να, με διάφορους τρόπους θα μας αλλάξουν. Δεν θα είμαστε πια όμως μας έφτιαξε η μάνα Γη, αλλά όπως θα μας φτιάξετε εσείς στα εργαστήριά σας.
- Πάλι δεν καταλαβαίνω.
- Θα καταλάβεις, μόνο κάνε γρήγορα, θάψε τους σπόρους μου στο χώμα. Ο Γυριστρούλης έθαψε γρήγορα γρήγορα τους σπόρους και η Ζαχαρούλα τους πότισε με τα δάκρυά της και σταμάτησε να μιλά.
Ο Γυριστρούλης με βαριά βήματα χάθηκε στις στράτες της ζωής. Μεγάλωσε κι έφτασε στα χρόνια του παππού Γιαννούλη. Τα πάντα πια είχαν αλλάξει. Ό,τι κι αν έτρωγε δεν είχε γεύση. Οι ντομάτες ήταν μεγάλες, τετράγωνες, άγευστες και χωρίς καμιά μυρωδιά. Μια μέρα, ο παππούς Γυριστρούλης έφτασε στο χωριό του. Όταν η μέρα ζεστάθηκε για τα καλά, πήγε στο μπαξέ του παππού Γιαννούλη. Κι εκεί τι να δει; Στη θέση του μπαξέ υπήρχε μια μεγάλη ταμπέλα, απ’αυτές που ξέρουν οι άνθρωποι να κάνουν καλά, που έγραφε «Αγρόκτημα Νο 3 Μεταλλαγμένων Οπωρολαχανικών».
Η καρδιά του παππού Γυριστρούλη σφίχτηκε δυνατά στο στήθος του. Το θολωμένο του βλέμμα έπεσε πάνω στην ευλογημένη ελιά που ήταν ακόμα εκεί. Με αργόσυρτα βήματά σύρθηκε με δυσκολία κάτω από τον ίσκιο της κι εκεί γονάτισε κι άρχισε να κλαίει για ώρα πολλή.
- Μην κλαις Γυριστρούλη.
Άκουσε ξαφνικά την παλιά του φίλη Ζαχαρούλα να του φωνάζει με ασθενική φωνή. Τα δάκρυά σου αντάμωσαν τα δικά μου δάκρυα κι έδωσαν και πάλι ζωή στους σπόρους μου. Μην κλαις Γυριστρούλη, η Σολάνα απόψε θα σου στείλει ένα αστέρι. Ανέβα πάνω του και σκόρπισε τους σπόρους μου σ’όλη τη γη. Πρόλαβε και σώσε το γένος μου και το γένος σας.
Κανείς ποτέ δεν ξέχασε στο όμορφο χωριό τη νύχτα εκείνη που ένα μικρό αστεράκι κοντοστάθηκε για λίγο πάνω από τις καμινάδες των σπιτιών του, χαμήλωσε και πήρε στη ράχη του τον παππού Γυριστρούλη. Τότε σαν από θαύμα χιλιάδες μικροί σπόροι έπεσαν στη γη φέρνοντας ξανά την ελπίδα και τη χαρά σ’ολόκληρο τον κόσμο.

Ρόζα Μηνακούλη

Related Posts with Thumbnails